Α-Β-Γ-Δ

 

Α

 

Αδρανή Σκυροδέματος: Αδρανή ονομάζονται όλα τα κοκκώδη υλικά που προέρχονται από θραύση φυσικών πετρωμάτων, κυρίως ασβεστολιθικών. Τέτοια υλικά είναι οι άμμοι, τα χαλίκια κα.

Αίθριο: είναι το μη στεγασμένο τμήμα του οικοπέδου ή του κτιρίου που περιβάλλεται από όλες τις πλευρές του από το κτίριο ή τα κτίρια του οικοπέδου.

Ακίνητα ή στοιχεία αρχιτεκτονικής ή φυσικής κληρονομιάς: είναι οικισμοί ή τμήματα πόλεων ή οικισμών ή αυτοτελή οικιστικά σύνολα εκτός οικισμών, κτίρια ή συγκροτήματα κτιρίων ή στοιχεία του άμεσου φυσικού ή ανθρωπογενούς περιβάλλοντός τους ιδίως αυλές, κήποι, θυρώματα και κρήνες, στοιχεία πολεοδομικού εξοπλισμού αστικού ή αγροτικού ή δικτύων ιδίως πλατείες, κρήνες, διαβατικά, λιθόστρωτα και γέφυρες, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ιστορικό, κοινωνικό, αρχιτεκτονικό, πολεοδομικό, επιστημονικό και αισθητικό ενδιαφέρον. Στα ακίνητα αγαθά φυσικής  κληρονομιάς περιλαμβάνονται και χώροι, τόποι, τοπία ιδιαίτερου κάλλους και φυσικοί σχηματισμοί ιδίως βράχια, λόφοι, ρεματιές και δενδροστοιχίες που συνοδεύουν ή περιβάλλουν ακίνητα αγαθά αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και παρουσιάζουν ιδιαίτερο  ενδιαφέρον.

Αλέ-ρετούρ: διακόπτης που ελέγχει το ίδιο κύκλωμα (συνήθως φωτισμού) με τουλάχιστον άλλον έναν ίδιου τύπου διακόπτη, ώστε να ανοίγει το κύκλωμα ο ένας και ακολούθως να το κλείνει ο άλλος. Για παράδειγμα σε υπνοδωμάτιο όπου στην είσοδο θέλουμε να ανοίξουμε τα φώτα κι ύστερα όταν ξαπλώσουμε στο κρεβάτι μας να μπορούμε να τα κλείσουμε απ’ εκεί χωρίς να χρειαστεί να σηκωθούμε. Από τα γαλλικά (allez-retour = πήγαιν’-έλα).

Αlfablok: βλ. YTONG

Αλφάδι: εργαλείο εύρεσης της οριζοντίου, της κατακόρυφου ή και γωνίας 45 μοιρών σε σχέση με οποιαδήποτε από τις προηγούμενες δύο, με τη χρήση φυσαλίδων σε λάδι.

Αλφαδιά: οριζόντια γραμμή ή επίπεδο σε σχέση με κάποιο ύψος αναφοράς. Π.χ. τα ξύλινα δάπεδα μέσα σε ένα χώρο, πρέπει να είναι αλφαδιά, διαφορετικά το δάπεδο θα έχει κλίση.

Αναμεικτική μπαταρία: Μία μπαταρία η οποία δέχεται σαν είσοδο ζεστό και κρύο νερό. Ο χρήστης με τη βοήθεια ενός ή δύο χειριστηρίων, αναμειγνύει το ζεστό με το κρύο νερό ώστε να καθορίσει τη θερμοκρασία του νερού που θα τρέξει. Στα μοντέλα με ένα μοχλό χειρισμού, κλείνοντας τη μπαταρία δε χάνουμε τη ρύθμιση που έχουμε κάνει. Τα μοντέλα δύο λαβών, διακρίνονται για τη ρετρό εμφάνιση και την όμορφη αισθητική τους.

Αναμονή οπλισμού σκυροδέματος: κομμάτι από κολωνοσίδερο (μπετόβεργα) που εξέχει από το μπετόν της προηγούμενης σκυροδέτησης με σκοπό να οπλίσει το μπετόν της επόμενης (ή και μεθεπόμενης) σκυροδέτησης ώστε να τις συνδέσει αποτελεσματικά. Στις κολώνες πρέπει να είναι 70φ (δηλ. 70 φορές το διαμέτρημα του κολωνοσίδερου) ή περίπου 1,50μ.

Ανεστραμμένη δοκός: δοκός που δεν έχει κρέμαση, αλλά εξέχει πάνω από την πλάκα την οποία ενισχύει. Για παράδειγμα η δοκός έχει ύψος 60εκ. και τα 42εκ. εξέχουν πάνω από την πλάκα 18εκ. την οποία ενισχύει.

Άνοιγμα κτιστού είναι το αρχικό άνοιγμα ενός κουφώματος όταν βρίσκεται στο στάδιο της τοιχοποιίας (τούβλα). Το άνοιγμα αυτό διαμορφώνεται σε τελικό άνοιγμα αφού το κούφωμα σοβατιστεί και έχουν μπει τα πατώματα.

Ανοίγματα: Τα στοιχεία που παρεμβάλλονται στην συνέχεια των τοίχων λέγονται ανοίγματα (πόρτες, παράθυρα, συρόμενα κα).

Αντικειμενική αξία: Η αξία του ακινήτου, όπως προκύπτει βάσει του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού, που καθορίζεται από το Υπουργείο Οικονομικών.

Αντισεισμικός αρμός: κενό (συνήθως γεμίζουμε με φελιζόλ) ανάμεσα σε δύο διαφορετικές κατασκευές. Χρειαζόμαστε αυτό τον αρμό γιατί η κάθε κατασκευή στον σεισμό θα έχει ταλάντωση διαφορετικής συχνότητας.

Αντισεισμικός θώρακας: είδος τσερκιού που χρησιμοποιείται αντί για το κοινό τσέρκι σε κολώνες και δοκάρια. Αντί για ένα τσέρκι κάθε 10εκ., ο θώρακας αποτελείται από ένα μονοκόμματο σίδερο διπλωμένο σαν σπιράλ. Αυτό το μονοκόμματο σίδερο τυλίγει τα κολωνοσίδερα της κολώνας ή του δοκαριού. Είναι λίγο ακριβότερο αλλά ο παραγωγός του υποστηρίζει ότι γλυτώνεις κιλά. Ο παραγωγός του υποστηρίζει, ακόμα, ότι έχει καλύτερη συμπεριφορά στο σεισμό απ’ ότι το κοινό τσέρκι.

Αντλία μπετόν ή σοβά: βλ. πρέσα.

Αποστάτης: πλαστικό στοιχείο που χρησιμοποιείται για τη εξασφάλιση απόστασης ανάμεσα στο καλούπι του μπετόν και τον οπλισμό. Με αυτό τον τρόπο σιγουρεύουμε ότι ο οπλισμός δεν φαίνεται μετά το ξεκαλούπωμα, άρα δεν θα κινδυνεύει να διαβρωθεί όταν σοβατιστεί η επιφάνεια ή και από την υγρασία της ατμόσφαιρας (για εμφανείς επιφάνειες).

Αποφρακτικό όργανο: Με τον όρο αποφρακτικό όργανο ονομάζουμε το εξάρτημα με το οποίο ελέγχεται η ροή του ρευστού μέσα σε μία υδραυλική εγκατάσταση Το υλικό κατασκευής τους είναι βασικά ορείχαλκος και χυτοσίδηρος, ενώ για υψηλές πιέσεις χρησιμοποιείται χάλυβας.

Αρμοί: Οι αρμοί εξασφαλίζουν την δυνατότητα διαστολής και συστολής εφαπτόμενων στοιχείων της κατασκευής. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται για την πλήρωση των αρμών, έχουν σαν χαρακτηριστικό τους την ελαστικότητα, ώστε να αποφεύγονται οι μόνιμες παραμορφώσεις. Στην οικοδομική βρίσκουν συχνά εφαρμογή οι υδατοστεγείς αρμοί.

Αρχιτεκτονικές προεξοχές και αρχιτεκτονικά στοιχεία: είναι τα φέροντα ή μη στοιχεία του κτιρίου, που σκοπό έχουν την  αρχιτεκτονική διαμόρφωση των όψεών του.

Ασβέστης: άσπρος πολτός που χρησιμοποιείται σαν συγκολλητικό υλικό στο σοβάτισμα. Διαβρώνει το χάλυβα και γι' αυτό στις μεταλλικές κατασκευές θα πρέπει να αντικαθίσταται με άλλο συγκολλητικό υλικό (υπάρχουν αρκετά στην αγορά).

Αστάρι: για βάψιμο η πρώτη στρώση. Από διαφορετικό υλικό απ’ ότι η δεύτερη στρώση, που σκοπό έχει να γεμίσει τους πόρους του τοίχου ή του τοίχου που θα βαφτεί, ώστε να βελτιωθεί η καλυπτικότητα του υλικού βαφής. Για σκυροδέτηση μιας πλάκας, το αστάρωμα είναι η πρώτη στρώση από μπετόν που συνήθως σκεπάζει μεγάλο μέρος του οπλισμού. Σημειώνουμε ότι το αστάρωμα των πλακών δεν επιτρέπεται, ειδικά όταν οι θερμοκρασίες είναι υψηλές, λόγω του κινδύνου να χωρίσουν οι δύο στρώσεις του σκυροδέματος.

Ασφαλτόπανο: μονωτικό υλικό που χρησιμοποιείται για υγρομονώσεις σε σκεπές και δώματα. Υπάρχει σε διάφορα πάχη και ποιότητες, με ή χωρίς ψηφίδα.

Ατσαλόπροκα: πρόκα από σκληρυμένο χάλυβα (=ατσάλι). Είναι η μόνη που μπορεί να εισχωρήσει σε μπετόν. Ακόμα κι αυτή αρκετά δύσκολα. Οι κοινές πρόκες(βλ.) στραβώνουν.

Αυτοκλειόμενες Μπαταρίες: Μπαταρίες οι οποίες δεν διαθέτουν λαβές χειρισμού αλλά μία κεφαλή στο επάνω μέρος. Διατίθενται σε δύο μοντέλα:
τις απλές και
τις εφοδιασμένες με σύστημα Double Stop.
Και στα δύο μοντέλα πατώντας τη κεφαλή το νερό αρχίζει να τρέχει.
Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, που έχει ορίσει ο εγκαταστάτης, η βρύση κλείνει μόνη της.
Στα μοντέλα με το σύστημα Double Stop, μπορούμε να κλείσουμε τη βρύση νωρίτερα από τον προκαθορισμένο χρόνο, ξαναπατώντας την κεφαλή.
Ιδανικές για εγκατάσταση σε κοινόχρηστους χώρους, προσφέρουν μεγάλη οικονομία σε νερό και ενέργεια.

 

Β

 

Βαλβίδα αποφρακτική (διακόπτης): Βαλβίδα αποφρακτική χρησιμοποιείτε για την πλήρη διακοπή ή ρύθμιση της ροής σε διάφορους κλάδους του δικτύου.


Βαλβίδες αντεπιστροφής: είναι το εξάρτημα που επιτρέπει τη διέλευση του θερμοφορέα μόνο κατά μια κατεύθυνση.

Βαλβίδα θερμαντικού σώματος: λέγεται το εξάρτημα, που ρυθμίζει την ποσότητα του θερμοφορέα που θα διέρχεται μέσα από το θερμαντικό σώμα.


Βαλβίδα θερμοστατική: λέγεται το εξάρτημα που επιτρέπει την διέλευση του θερμοφορέα μέχρι μίας ορισμένης θερμοκρασίας.


Βαλβίδα τρίοδη: λέγεται το εξάρτημα που επιτρέπει την επιλογή της ροής του θερμοφορέα κατά την μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Βάρη: Περιορισμοί στην κυριότητα ακινήτου. Πρόκειται για την υποθήκη (και την προσημείωση υποθήκης) και τα εμπράγματα δικαιώματα πάνω στο ακίνητο υπέρ του κυρίου άλλου ακινήτου. Όλα τα βάρη πρέπει να είναι εγγεγραμμένα στα βιβλία Βαρών του οικείου Υποθηκοφυλακείου ή/και Κτηματολογικού Γραφείου.

Βig bag: σάκος από πλαστικές ίνες για μεταφορά -συνήθως- αδρανών υλικών ή ασβέστη. Περιέχει λίγο λιγότερο από 1μ3. Προσοχή υπάρχουν και big bag μικρότερου μεγέθους π.χ. μισού μ3.

Βιοκλιματικά κτίρια: είναι τα κτίρια που σχεδιάζονται λαμβάνοντας υπόψη την αξιοποίηση των θετικών παραμέτρων του κλίματος και χρησιμοποιούν συνδυασμό παθητικών ή ενεργητικών ηλιακών συστημάτων ή άλλες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας και προστασία του περιβάλλοντος.

Βλήτρο: Κομμάτι από βέργα οπλισμού που χρησιμοποιείται σαν συνδετικό μεταξύ δύο στοιχείων οπλισμένου σκυροδέματος.

Βobcat: μηχάνημα χωματουργικών εργασιών, μικρός φορτωτής.


Βόθρος: είναι χώρος κάτω από την οριστική στάθμη του εδάφους, στον οποίο συγκεντρώνονται τα λύματα του κτιρίου ή τα όμβρια ύδατα.

 

Γ

 

Γαρμπιλομπετόν: μπετόν όπως το κανονικό σκυρόδεμα αλλά χωρίς χαλίκι (βλ.) ή σκύρα (βλ.).

Γερανός: τριών ειδών γερανοί χρησιμοποιούνται στην οικοδομή:

1) ο οικοδομικός γερανός,
2) ο τηλεσκοπικός γερανός
3) ο παπαγάλος

Γεωύφασμα: ειδικό ύφασμα που συγκρατεί το χώμα και τις πέτρες αλλά επιτρέπει στο νερό να περάσει.

Γήπεδο: είναι η συνεχόμενη έκταση γης που αποτελεί  αυτοτελές και ενιαίο ακίνητο και ανήκει σε έναν ή σε  περισσότερους κυρίους εξ αδιαιρέτου.

Container: κάδος αποκομιδής μπαζών / σκουπιδιών που θα πρέπει να πεταχτούν στην χωματερή.

 

Δ

 

Δαχτυλίδι: το προκατασκευασμένο (από μπετόν) στοιχείο σε σχήμα κυλίνδρου -συνήθως 1μ. ύψος- διαφόρων διαμέτρων που χρησιμοποιείτε για την κατασκευή βόθρου.

Διαστολικά: Είναι τα εξαρτήματα που τοποθετούνται στα δίκτυα σωληνώσεων ανάμεσα σε σταθερά σημεία, για την απορρόφηση των συστολών και των διαστολών του δικτύου, οι οποίες οφείλονται στις μεταβολές  της θερμοκρασίας του θερμοφορέα και του περιβάλλοντος.

Δοκός: ή δοκάρι, στατικό -συνήθως- στοιχείο μιας κατασκευής σε οριζόντια τοποθέτηση. Σε συνδυασμό με κολώνες (βλ.) και πλάκες, σχηματίζουν τον σκελετό της κατασκευής.

Δοκίμιο: δείγμα από ρευστό σκυρόδεμα για εργαστηριακό έλεγχο της αντοχής του στη θλίψη.

Δομικός χάλυβας: στοιχεία από χάλυβα διατομής Π, Η, τετραγωνικής ή κυκλικής με τα οποία μπορούμε να φτιάξουμε τον σκελετό (φέρων οργανισμός) μιας κατασκευής.

Δονητής: ειδικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για τη συμπύκνωση του χυτευόμενου σκυροδέματος.

DOW: όνομα αμερικανικής βιομηχανίας χημικών που πρώτη εφηύρε τη μονωτική χρήση της εξηλασμένης πολυστερίνης και παρήγαγε πλάκες τέτοιου είδους. Γι' αυτό τα υλικά αυτά -έχει καθιερωθεί να- ονομάζονται με το όνομά της (ενώ συχνά παράγονται από άλλους παραγωγούς).

Drainage: σύστημα αποστράγγισης. Συχνά εξωτερικά των περιμετρικών τοιχίων των υπόγειων. Σε υπόγεια όπου υπάρχει η υποψία ότι θα έχουμε πρόβλημα με νερά, ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να προσφέρει προστασία. Περιλαμβάνει την τοποθέτηση κροκάλας(βλ.) ή σκύρων(βλ.) γύρω από μία διάτρητη πλαστική σωλήνα απορροής, τυλιγμένης με γεωύφασμα(βλ.).

Δράπανο: ηλεκτρικό εργαλείο σε σχήμα πιστολιού. Παίρνει διάφορα εξαρτήματα στο μπροστινό του μέρος ώστε να μπορεί να τρυπήσει, τρίψει ή κόψει επιφάνειες. Συχνά το λέμε και τρυπάνι αλλά το σωστό είναι να λέμε τρυπάνια τα εξαρτήματα που δέχεται για να ανοίγει τρύπες.

Δρομική: τρόπος κατασκευής τοιχοποιίας όπου τα τούβλα (ή άλλα στοιχεία) τοποθετούνται στη σειρά. Σε κάθε επόμενη σειρά το τούβλο αρχίζει στη μέση του τούβλου της από κάτω σειράς. Με αυτό τον τρόπο τα τούβλα πλέκουν μεταξύ τους και η τοιχοποιία έχει μεγαλύτερη αντοχή.

Δρόμοι: είναι οι κοινόχρηστες εκτάσεις, που εξυπηρετούν  κυρίως τις ανάγκες κυκλοφορίας.

Δώμα: η ταράτσα

Νέα
  • 08.08.2013: ΨΗΦΙΣΤΗΚΕ Ο ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΩΝ! ΕΝΗΜΕΡΩΘΕΙΤΕ ΑΜΕΣΑ!! >>
  • Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης >>