Μ-Ν-Ξ-Ο

 

Μ

 

Μαδέρι: κομμάτι ξύλου πάχους 5εκ. και πλάτους 20-25εκ. Σε μεγάλα μήκη (πάνω από 3μ), που συνήθως χρησιμοποιείται για την κατασκευή ικριωμάτων.

Μακάμπι: Διατρητικό στέλεχος μηχανήματος διάνοιξης οπών.

Μαλακή κόλληση: Θερμοκρασία εργασίας μέχρι 450 οC
Η μαλακή κόλληση (κασσιτεροκόλληση), χρησιμοποιείται για τις σύνδεσης  χαλκοσωλήνων σε εγκαταστάσεις ύδρευσης – θέρμανσης – αποχέτευσης καθώς και σ’ άλλες εγκαταστάσεις, που η μέγιστη θερμοκρασία λειτουργίας δεν ξεπερνά τους 110 οC.

Μανδύας: βλ. τσέρκι

Μαρκούτσι: μακρόστενο κυλινδρικό εργαλείο που πάλλεται με τρόπο που τοποθετούμενο σε νεοχυτευμένο σκυρόδεμα προκαλεί τη συμπύκνωσή του.

Μάρμαρο: εκτός από το γνωστό κρυσταλλικό πέτρωμα είναι και η σκόνη απ’ αυτό το υλικό καθώς και η τελευταία στρώση του σοβά.

Μαρμαροποδιά: είναι το κάτω μέρος ενός κουφώματος. Συνήθως κατασκευάζεται από μάρμαρο αλλά και ξύλο, πλακάκι κλπ.

Μαρμαρόσκονη: ρινίσματα (σκόνη) από μάρμαρο, που χρησιμοποιείται στην τελευταία στρώση του σοβά.

Μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος κτιρίου ή μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος περιοχής: είναι το ύψος του ανώτατου επιπέδου του κτιρίου, πάνω από το οποίο απαγορεύεται κάθε δόμηση εκτός από τις εγκαταστάσεις που επιτρέπονται ειδικά και περιοριστικά.

Μειωτής Πίεσης: Ο μειωτής πίεσης χρησιμοποιείτε όταν η πίεση στο δίκτυο ξεπερνά τις 6 ατμ και υπάρχει άμεσα ο κίνδυνος για δημιουργία βλαβών,  ανεπιθύμητων θορύβων, τριξιμάτων και υδραυλικών πληγμάτων στην εγκατάσταση.

Μερεμέτι: μικρού μεγέθους εργασία, συχνά επισκευαστική λόγω κάποιας αστοχίας ή κακοτεχνίας ή ανεπαρκούς συντονισμού.

Μονοκάλουπο: τοιχίο, κολώνα ή που δεν έχει καλούπι (ή δεν καλουπώθηκε) και από τις δύο πλευρές γιατί π.χ. δεν μπορούσε να γίνει εκσκαφή. Λ.χ. όταν καλουπώνουμε σε επαφή με γειτονική κατασκευή.

Μονόπαντο: το πέδιλο ενός τοιχίου ή μίας κολώνας που δεν τοποθετείται συμμετρικά εκατέρωθεν του τοιχίου ή γύρω-γύρω από την κολώνα αλλά μόνο από τη μία πλευρά. Έχει δηλ. μία πάντα. Χρησιμοποιείται όπου μία κολώνα ή ένα τοιχίο είναι σε επαφή με το όριο του οικοπέδου.

Μονοσωλήνιο: σύστημα τροφοδοσίας των θερμαντικών σωμάτων (καλοριφέρ) με ζεστό νερό. Το σύστημα αυτό αντικατέστησε παλιότερο σύστημα με δύο σωλήνες κι έτσι πήρε το όνομά του χάρις σ’ αυτή την τεχνική πρόοδο.

Μουρέλο: στις μαρμαροποδιές(βλ.), η λεπτή πλευρά τους.

Μούφα: Είναι εξαρτήματα τα οποία χρησιμοποιούνται για την κατ’ άξονα σύνδεση σωλήνων. Υπάρχουν με δεξιό σπείρωμα ή με δεξιό και αριστερό σπείρωμα και με αντίστοιχο σπείρωμα στους σωλήνες. Σε περίπτωση συνδέσεως σωλήνων με διαφορετική διάμετρο, χρησιμοποιούνται συστολικές μούφες.

MPa: (Megapascal) Μονάδα μέτρησης της πίεσης (δύναμη ανά μονάδα επιφανείας). 1 MPa = 1 Newton/mm².

Μπαγάς: απομεινάρι από λατάκι που έχει μήκος κάτω του ενός μέτρου.

Μπάζα: α. το χώμα που χρησιμοποιούμε για επιχωματώσεις που συνήθως δεν είναι πολύ καλό αν πρόκειται για φυτεύσεις,  β. τα σκουπίδια μιας οικοδομής που πρέπει να πεταχτούν σε κάποια χωματερή δηλ. δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για επιχωμάτωση και γ. μία στενή λωρίδα από το ίδιο υλικό που κατασκευάστηκαν τα ντουλάπια (κουζίνας ή υπνοδωματίου) και που τοποθετείται στο κάτω μέρος των ντουλαπιών για να κρύψει -συνήθως- τα ποδαράκια των ντουλαπιών.

Μπακλαβαδωτή λαμαρίνα: βλ. τραπεζοειδής λαμαρίνα.

Μπατική: τρόπος κατασκευής τοιχοποιίας όπου η κάθε σειρά από τούβλα (ή άλλα στοιχεία) περιέχει 2 τούβλα παράλληλα με το μήκος του τοίχου τοποθετημένα και μετά ένα τούβλο εγκάρσια προς το μήκος του τοίχου τοποθετημένο κ.ο.κ.. Το ελάχιστο πάχος ενός τοίχου χτισμένου με αυτό τον τρόπο είναι δύο τούβλα.

Μπετόν: βλ. σκυρόδεμα.

Μπετόν αρμέ: οπλισμένο με χάλυβα μπετόν(βλ.).

Μπετονιέρα: το μηχάνημα εκείνο που έχει κάδο για ανάμειξη των υλικών και προετοιμασία ενός χαρμανιού. Επίσης έτσι λέγεται και η βαρέλα(βλ.).

Μπετόν καθαριότητας: βλ. καθαριότητας.

Μπιζουτέ: γωνία στην κάτω εξωτερική πλευρά μιας μαρμαροποδιάς.

Μποτιλιάρω: βάζω μπουτέλια (βλ.).

Μπουτέλι: ένα λατάκι (βλ.) ή σωλήνα με βίδα (βλ.) που τοποθετείται ώστε να κοντράρει (βλ.) ένα καλούπι (συνήθως μονοκάλουπο (βλ.) ή ντουλάπι(βλ.)).

Μπαγκίνα: Κλιμακωτή διαμόρφωση ορύγματος.

Μπουγιουντρούκι: Διαμόρφωση κορυφής ικριώματος (σκαλωσιάς) μεταβλητής διατομής για ασφαλή παραλαβή φορτίων άνω κατασκευής.

Μπαγάς: Μαδέρι σκαλωσιάς.

Μπουντέλια: Σκαλωσιά

Μπεκ: Ο ελληνικός όρος είναι ακροφύσιο διασκορπισμού. Βρίσκεται στον καυστήρα πετρελαίου, και συγκεκριμένα στον καυστήρα διασκορπισμού, και εκεί οδηγείται το πετρέλαιο μετά τη συμπίεσή του με μια ηλεκτροκίνητη αντλία. Στο Μπεκ το πετρέλαιο διασκορπίζεται σε λεπτότατα σταγονίδια και λόγω της υψηλής θερμοκρασίας εξατμίζεται. Ταυτόχρονα προσάγεται σε αυτό ο αέρας καύσεως μέσω ανεμιστήρα χαμηλής πιέσεως και γίνεται η ανάμιξη με το νέφος του πετρελαίου. Η ανάφλεξη του μίγματος επιτυγχάνεται με σπινθήρα υψηλής τάσεως και έχομε καύση όσο χρόνο τροφοδοτείται πετρέλαιο και αέρας.

 

Ν

 

N: (Newton) Μονάδα μέτρησης δύναμης. Δεν είναι πολύ επιστημονικό αλλά για πρακτικούς σκοπούς μπορούμε να πούμε ότι ισοδυναμεί περίπου με 1/10 του κιλού.

Νευρομετάλ: γαλβανισμένο πλέγμα  που χρησιμοποιείται για την ενίσχυση της λάσπης στο σοβάτισμα, όπου αυτή πρέπει να έχει μεγαλύτερο από το συνηθισμένο πάχος των 2-3εκ.. Συνήθως ντύνουμε με τέτοιο σωλήνες αποχετεύσεων.

Ντουλάπι: (εκτός από το χώρο όπου αποθηκεύουμε τα ρούχα μας) μονοκάλουπο τοιχίο από μπετόν αρμέ, κατασκευασμένο στα γρήγορα προκειμένου να ασφαλίσει υπάρχουσα γειτονική κατασκευή από κατάρρευση καθώς έχει γίνει εκσκαφή στα όρια της θεμελίωσής της.

Ντρενάζ: βλ. drainage

 

Ξ

 

Ξηρολιθιά: είδος τοιχοποιίας (που πλέον χρησιμοποιείται μόνο για κατασκευή περιφράξεων) από πέτρα στοιβαγμένη χωρίς κανένα συνδετικό κονίαμα.

Ξυλότυπος: Το καλούπι των στοιχείων οπλισμένου σκυροδέματος μιας κατασκευής. Μπορεί να είναι από ξύλα ή μέταλλο ή πλαστικό.

 

Ο

 

Οικοδομική γραμμή ή γραμμή δόμησης: είναι το όριο οικοδομικού τετραγώνου που ορίζεται από το ρυμοτομικό σχέδιο προς την πλευρά του κοινόχρηστου χώρου, έως το οποίο επιτρέπεται  η δόμηση.

Οικοδομικό τετράγωνο (Ο.Τ.): είναι κάθε δομήσιμη ενιαία έκταση, που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ή  μέσα στα όρια οικισμού και περιβάλλεται από κοινόχρηστους  χώρους.

Οικοδομικός χάλυβας: χάλυβας σε μορφή βέργας ή τσερκιού και μερικές φορές πλέγματος που χρησιμοποιείται για τον οπλισμό του σκυροδέματος.

Οικόπεδο: είναι κάθε γήπεδο, που βρίσκεται μέσα στο  εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ή μέσα στα όρια οικισμού χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο.

Όμορος: αυτός που έχει κοινά όρια, δηλ. που συνορεύει. Π.χ. τα όμορα οικόπεδα = τα οικόπεδα που συνορεύουν με … .

Οπτόπλινθος: τούβλο με τρύπες. Βλ. τούβλο.

Όρια οικοδομικού τετραγώνου: είναι οι οριακές γραμμές που το χωρίζουν από τους κοινόχρηστους χώρους.

Όρια οικοπέδου ή γηπέδου: είναι οι γραμμές που το χωρίζουν από τα όμορα οικόπεδα και τους κοινόχρηστους χώρους. Τα όρια του οικοπέδου με τους κοινόχρηστους χώρους συμπίπτουν με τα όρια του οικοδομικού τετραγώνου.

Οριζόντια ιδιοκτησία: Η διηρημένη κατ' όροφο ή κατά μέρος ορόφου ιδιοκτησία επί ενός οικοδομήματος. Πρόκειται για ανεξάρτητη ιδιοκτησία, η οποία καταλαμβάνει το σύνολο ή μέρος ορόφου ενός κτίσματος, και η οποία χαρακτηρίζεται από διαφορετικό ιδιοκτησιακό ή/και νομικό καθεστώς έναντι των λοιπών ιδιοκτησιών του ιδίου κτίσματος. Ο κύριος (ιδιοκτήτης) της συγκεκριμένης ιδιοκτησίας έχει ποσοστό κυριότητας και επί των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων του οικοδομήματος και του οικοπέδου. Οριζόντιες ιδιοκτησίες ενός οικοδομήματος είναι τα διαμερίσματα, οι αποθήκες και οι κλειστές θέσεις στάθμευσης.

Οριστική στάθμη εδάφους οικοπέδου ή γηπέδου: είναι η στάθμη του εδάφους, όπως διαμορφώνεται οριστικά, σύμφωνα με το νόμο, με εκσκαφή, επίχωση ή επίστρωση.

Όροφοι: είναι τα τμήματα του κτιρίου, στα οποία διαχωρίζεται από διαδοχικά δάπεδα καθ ύψος.

Όψεις του κτιρίου: είναι οι επιφάνειες του κτιρίου που βλέπουν σε κοινόχρηστο χώρο ή στους ακάλυπτους χώρους του οικοπέδου.

Νέα
  • 08.08.2013: ΨΗΦΙΣΤΗΚΕ Ο ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ ΑΥΘΑΙΡΕΤΩΝ! ΕΝΗΜΕΡΩΘΕΙΤΕ ΑΜΕΣΑ!! >>
  • Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης >>